Η αρχή της δημιουργίας του Μουσείου Ναυπηγικών και Ναυτικών Τεχνών του Αιγαίου (ΜΝΝΤΑ) στο Ηραίον της Σάμου, πηγαίνει πίσω στο 1998 και οφείλεται στον Τηλαύγη Δημητρίου, αείμνηστο πρόεδρο του Πνευματικού Ιδρύματος Σάμου «Νικόλαος Δημητρίου». Οι μελέτες και η διερευνητική προετοιμασία του μουσείου ολοκληρώθηκαν το 2010.











Η μουσειολογική–μουσειογραφική μελέτη εγκρίθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού το 2012 και ξεκίνησε η κατασκευή του κτιρίου με χρηματοδότηση από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα & Καινοτομία». Η δημιουργία της συλλογής και της έκθεσης του ΜΝΝΤΑ ξεκίνησε το 2014.
Το συνολικό έργο έχει κατασκευαστεί σε δύο οικοδομικά τετράγωνα που βρίσκονται σε κεντρική θέση στον οικισμό του Ηραίου. Στο δυτικό τετράγωνο (1.448,53 τ.μ.) βρίσκεται το κτίριο του μουσείου και στο ανατολικό παραθαλάσσιο τετράγωνο (779,40 τ.μ.) επεκτείνεται ο υπαίθριος εκθεσιακός χώρος. Το κτίριο έχει συνολικό εμβαδόν κύριων χώρων (σε δύο επίπεδα) περίπου 1.350 τ.μ. και διαθέτει επιπλέον υπόγειο (794 τ.μ.) με βοηθητικούς χώρους. Βασικός στόχος της αρχιτεκτονικής σχεδίασης, που εκπόνησαν οι αρχιτέκτονες Ιωάννης Κανετάκης, Γεώργιος Κορφιάτης και Κώστας Δαμιανίδης, ήταν η έντονη πλαστικότητα και η εναλλαγή όγκων, χωρίς ενιαίες προσόψεις και στεγάσεις. Το κτίριο είναι ενταγμένο με αρμονικό τρόπο στο δομημένο περιβάλλον του οικισμού, και όλοι οι χώροι των επισκεπτών είναι προσβάσιμοι με αμαξίδιο.
Έμφαση δίνεται στον υπαίθριο εκθεσιακό χώρο, που σχεδιάστηκε με σκοπό να εξασφαλίζει πολλαπλές θέσεις θέασης των καϊκιών του μουσείου και να θυμίζει την υπαίθρια διαμόρφωση ενός παραδοσιακού αιγαιοπελαγίτικου ταρσανά. Ο υπαίθριος χώρος (και στα δύο οικοδομικά τετράγωνα) είναι εξοπλισμένος με ένα πλήρες παραδοσιακό σύστημα ανελκύσεων–καθελκύσεων.
Το κτίριο διαθέτει αίθουσα περιοδικών εκθέσεων, συνεδρίων και διαλέξεων, πλήρως εξοπλισμένη, μια μικρή θεματική βιβλιοθήκη και αρχειακό υλικό, που δημιουργήθηκαν αμφότερα από δωρεές και εργασίες κατά την περίοδο δημιουργίας του μουσείου. Από τον ευρύχωρο πανοραμικό εξώστη του αναψυκτήριου στον όροφο του κτιρίου, ο επισκέπτης έχει θέα προς τα καΐκια που εκτίθενται και τη θάλασσα, τα στενά της Μυκάλης και τον Επταστάδιο πορθμό. Στον κεντρικό χώρο υποδοχής, βρίσκονται το πωλητήριο και τα γραφεία της διοίκησης, ενώ στον όροφο είναι τα γραφεία του εργαστηρίου του Πανεπιστημίου Αιγαίου και η αίθουσα εκπαιδευτικών προγραμμάτων.
Το μουσείο προστατεύει και διασώζει κινητά μνημεία, κειμήλια, υλικές και άυλες μαρτυρίες που προέρχονται από την κληρονομιά του Αιγαίου. Ξεχωριστή θέση κατέχουν τα αντιπροσωπευτικά αιγαιοπελαγίτικα σκαριά, που μετά την απόκτησή τους εντάχθηκαν στη συλλογή. Οι εργασίες κατασκευής, συντήρησης και αποκατάστασης ολοκληρώνονται σταδιακά και προσφέρουν μοναδικό υλικό που αξιοποιείται μουσειακά και εκπαιδευτικά. Τα καΐκια και οι βάρκες του μουσείου αποτελούν δείγματα των παραδοσιακών σκαφών του Αιγαίου. Τα περισσότερα είναι κατασκευασμένα στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, έχουν μεγάλη πολιτιστική αξία και αντιπροσωπεύουν σπάνιους τύπους σκαριών του Αρχιπελάγους. Τα πέντε μεγαλύτερα καΐκια του μουσείου, το πέραμα «Άγιος Γεώργιος», ο βαρκαλάς «Άγιος Δημήτριος», η σακολέβα «Καλή Τύχη», το τσερνίκι «Άγιος Νικόλαος» και η κωπήλατη τράτα «Ευαγγελίστρια», είναι χαρακτηρισμένα κινητά μνημεία από το Υπουργείο Πολιτισμού. Τρία από τα σκαριά του μουσείου, το πέραμα «Άγιος Δημήτριος», το τσερνικοπέραμα «Μεταμόρφωση» και το περαματάκι «Μινάβρα», έχουν κατασκευαστεί ή αποκατασταθεί με πλήρη εξοπλισμό, για να κάνουν μικρούς επιδεικτικούς πλόες στον θαλάσσιο χώρο του Ηραίου.
Από τον αρχικό σχεδιασμό μέχρι και την ολοκλήρωση της δημιουργίας του μουσείου, έχει δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στη βιωματική και εκπαιδευτική αξιοποίηση των συλλογών του. Οι δραστηριότητες που εντάσσονται στη βιωματική εκπαίδευση των ενηλίκων, υλοποιούνται στο Εργαστήριο Συντήρησης Εκθεμάτων και Τεχνικών Μουσειακών Εφαρμογών, έναν χώρο πλήρως εξοπλισμένο και σε άμεση πρόσβαση με τον υπαίθρια έκθεση.
Η πιο σημαντική καινοτομία στον σχεδιασμό του Μουσείου Ναυπηγικών και Ναυτικών Τεχνών του Αιγαίου και της Σχολής Ξυλοναυπηγικής είναι η συνύπαρξη της μουσειακής με τη σταθερή επαγγελματική εκπαιδευτική λειτουργία. Μια πρωτοτυπία, που δεν έχει δοκιμαστεί σε άλλο μουσείο στην Ελλάδα και ίσως σε όλη τη Μεσόγειο. Η σωστή λειτουργία αυτής της συνύπαρξης αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόκληση και η επιτυχία της αναμφίβολα θα αποτελέσει μια σημαντική, καλή πρακτική για άλλα τεχνικά μουσεία και σχολές στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Η τυπολογία των ελληνικών καϊκιών διακρίνεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Στην πρώτη, το κριτήριο ταξινόμησης είναι το σχήμα της γάστρας του κάθε καϊκιού, και στη δεύτερη, το μέσο πρόωσης, που παλιότερα ήταν κυρίως τα πανιά και τα κουπιά. Στην παρουσίαση των καϊκιών και των μικρών πλεούμενων του μουσείου ακολουθείται κυρίως η ταξινόμηση με βάση το σχήμα της γάστρας.
Δείτε τα καΐκια του μουσείου