Οι αναφορές σε επώνυμους ναυπηγούς ήδη από την αρχαιότητα καταδεικνύουν τη μεγάλη σημασία του επαγγέλματος, ιδιαίτερα για οικονομικούς και στρατηγικούς λόγους, όπως ο μυθικός Άργος και ο Αμεινοκλής, φημισμένος ναυπηγός, που κατασκεύασε στην Κόρινθο, γύρω στο 700 π.Χ., τις πρώτες τριήρεις και άλλα πλοία για τους Σάμιους. Στα τέλη του Μεσαίωνα, ο Θεόδωρος Baxon ή Bassanus, αρχιναυπηγός στον ναύσταθμο της Βενετίας, τον οποίο διαδέχτηκε ο ανιψιός του, Νικόλαος Παλοπάνος, και αργότερα ο γιος του, Γεώργιος, όλοι από τη Ρόδο, η οποία υπήρξε βάση του βυζαντινού στόλου και αργότερα ναύσταθμος των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη. Κατά τον 19ο αιώνα υπήρχαν αρχιναυπηγοί στο Αιγαίο, που ξεχώριζαν για τις άριστες και καινοτόμες ναυπηγήσεις τους. Φημισμένοι ήταν, για παράδειγμα, ο μαστρο-Γιώργης του Αναγνώστη στην Ύδρα, ο Σταμάτης Κουφουδάκης στη Χίο και στα Ψαρά, και ο Σταμάτης Ν. Σταματάς στη Σκιάθο.
Οι ναυπηγοί στις τοπικές ναυτικές κοινωνίες ήταν οι επαγγελματίες που ασκούσαν μία από τις σημαντικότερες εφαρμοσμένες τέχνες. Με τις εργασίες τους στήριζαν την τοπική οικονομία, εξασφάλιζαν την απασχόληση σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, συνέβαλλαν στην κοινωνική συνοχή και δημιουργούσαν ένα σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα στον τόπο τους.